Όπου βγάλει

Ok

Ανοιχτό το laptop στις ταξιδιωτικές φωτογραφίες μου, ένα ποτήρι ημίγλυκο και ένα αναμμένο τσιγάρο...

Μια αναδρομή, ένα ταξίδι πίσω στον χρόνο κάπου στις αρχές του 1997 όταν πρώτο ανέβηκα στο πρώτο μου μηχανάκι.

Yamaha XS400.

Τίποτα ιδιαίτερο αλλά ταυτόχρονα και τόσα πολλά.

Αγορά από φίλο με μιλητές δόσεις, 250.000 χιλιάδες δραχμές - κάθε τέλος του μήνα θα σου δίνω ένα 50άρικο. Έγινε? Έγινε. Δανεικό κράνος, fly μπουφάν μαύρο από έξω και πορτοκαλί από μέσα και τούμπαλιν, αθλητικό παπούτσι, κανα χιλιάρικο δραχμές στην τσέπη και πάμε...

Αργότερα δερμάτινο πετροπλυμμένο Perfecto μπουφάν που πήρα από τον φίλο μου τον Θανάση που το είχε πάρει από την Γιώτα που σήμερα είναι η αγαπημένη μου σύντροφος και μοιραζόμαστε την κοινή αγάπη για τις μοτοσυκλέτες (τι σου είναι η ζωή...), και στρατιωτικές αρβύλες.

Βόλτα στον Πλαταμώνα για μπάνιο, στην Ελάτη για καφέ, στα Γιάννενα νυχτερινή για μπύρα από την Κατάρα.

Ταξιδάρα, πω ρε φίλε που φτάσαμε πάλι...

Χιλιόμετρα ατελείωτα, μεγάλα ταξίδια ή έτσι πίστευα.

Ο βασιλιάς του κόσμου... μέσα από ένα κράνος που έμπαζε αέρα, θόρυβο και νερό από παντού, ένα μπουφάν που στα 80χλμ γινόταν αερόστατο, ένα σκισμένο Lewi's 501, ένα μηχανάκι που μασούσα trident και έβαζα για να κλείσει η μικρή τρύπα στο τεπόζιτο, ένας συμπλέκτης που δεν έπαιρνε την νεκρά και ένα σετ ασφάλειες που καιγόταν κάθε φορά που έπρεπε να περάσω νύχτα από τα Τέμπη.

Εξοπλισμός της απελπισίας, δανεικός και χιλιο-χρησιμοποιημένος, "Μαλάκα πάω βόλτα αύριο, το έχεις το κράνος? Ναι ρε έλα πάρτο, δουλεύω αύριο".

"-Να θυμάσαι"

μου είπε ο φίλος Παναγιώτης-

-"Όταν είχα το XR και πήγαινα στο χωριό έπαιρνα μαζί μου εφημερίδες και τις έβαζα στο στήθος, για το κρύο. Κρατάνε ρε σου λέω. Α και σακούλες από το σούπερ-μάρκετ, για τα πόδια. Αν βραχούν τα πόδια τη γ@μησες."

Το έκανα και αυτό, όντως κρατάνε φίλε Παναγιώτη.

Και δως του βόλτες στην Κατάρα να προσπερνάω τα φορτηγά και τα λεωφορεία για να νιώσω την αδρεναλίνη, να νιώσω πως καταφέρνω το μικρό-χαζό ορόσημο που έβαζα μέσα μου.

Να οδηγήσω, να στρίψω, να προσπεράσω, να νιώσω νικητής σε έναν ολόδικό μου αγώνα που δεν είχε νικητή αλλά στο τέλος της διαδρομής σου άφηνε μια αίσθηση πως ο κόσμος σου ανήκει. Πως ο δρόμος σου ανήκει.

Πως αυτό το ταξίδι είναι δικό σου και βάζεις μέσα όποιον εσύ θέλεις χωρίς να χρειαστεί να συμπεριλάβεις ένα ή περισσότερα πρέπει, χωρίς να χρειαστεί δώσεις ραπόρτο για το πότε το που ή το γιατί.

Γιατί έτσι

Γιατί όποτε

Γιατί όπου βγάλει

Όπου βγάλει ρε παιδιά, πόσο μεγάλη κουβέντα...

Έχετε σκεφτεί ποτέ πόσο ελεύθερος νιώθεις στη σκέψη του "Όπου βγάλει"?

Δεν είναι δασκαλίστικη προτροπή ούτε συμβουλή για κανέναν αλλά σκεφτείτε λίγο τι χάνουμε από τα μικρό μας ταξίδι που ονομάζεται "ΖΩΗ" με όλες αυτές τις βίδες, τις ροδέλες και τα παξιμάδια ασφαλείας που έχουμε βάλει στη ζωή μας...

Είναι δύσκολο, το ζούμε όλοι μας καθημερινά. Υποχρεώσεις, δουλειά, οικογένεια, γκόμενα, γκόμενος, σόϊ αλλά ΩΠΑ. Εσύ που είσαι σε όλο αυτό? Είσαι αυτός/ή που θα φορέσεις το κράνος, θα βάλεις το κλειδί στη μίζα και θα ταξιδέψεις. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Θα αφήσεις με μια γκαζιά τα πάντα πίσω.

Για όσο χρειαστεί.

Για να ξελαμπικάρεις.

Για να ονειρευτείς.

Για να στρίψεις.

Για να γνωρίσεις ανθρώπους.

Για να νιώσεις πως ακόμη η καρδιά σου χτυπάει δυνατά σε κάθε κλειστή στροφή που δεν πήρες σωστά, για να τραγουδήσεις τους αγαπημένους σου στίχους πίσω από τη ζελατίνα τους κράνους κι ας είσαι τέρμα παράφωνος.

Ε, και?

Δικό σου είναι το ταξίδι.

Καταλαβαίνεις?

Να ταξιδεύουμε. Να ονειρευόμαστε, Να αγαπάμε. Να ζούμε.

Αγαπημένε μου γείτονα

Αγαπημένε μου γείτονα,

Απεγνωσμένα καταβάλεις προσπάθεια να με καταλάβεις.
Να μπεις στα πίσω διαμερίσματα του μυαλού...

Με βλέπεις να κατεβάζω την ζελατίνα του κράνους.
Σε βλέπω να κλείνεις την πόρτα της φυλακής σου...
Στρίβω το κλειδί στη μίζα γεμάτος ευτυχία
Στρίβεις το κλειδί στην κλειδαριά γεμάτος φόβο...

Πατάω τον διακόπτη και ανάβουν τα φώτα της για να με προσέχουν
Πατάς τον διακόπτη και ανάβει η οθόνη για να τους προσέξεις...
Κάθομαι αναπαυτικά στη σέλα μου και οι εικόνες περνάνε δίπλα μου σαν καλοσκηνοθετημένη Γαλλική ρομαντική ταινία
Κάθεσαι αναπαυτικά στην πολυθρόνα σου και οι εικόνες περνάνε μπροστά σου σαν κακομεταγλωτισμένο βραζιλιάνικο σήριαλ...

Κοιτάζω το ρολόϊ μου, πήγε 12, γμτ πόσο γρήγορα περνάει η ώρα
Κοιτάζεις το ρολόϊ σου, πήγε 12, γμτ δεν περνάει η ώρα...
Χαιρετώ τον συνταξιδιώτη μου και ας μην βλέπω καν το πρόσωπό του
Αλήθεια, πόσο καιρό έχεις να μου πεις καλημέρα...?


Τα σύννεφα μαύρα, ο καιρός χαλάει, αδιάβροχα check
Τα σύννεφα μαύρα, ο καιρός χαλάει, δεν το κουνάω από το σπίτι check...
Ψάχνω την επόμενη πινακίδα για να με καθοδηγήσει
Ήδη ο δημοσιογραφίσκος σε έχει καθοδηγήσει...
Με ενθουσιάζει το άγνωστο της επόμενης στροφής
Σε φοβίζει το άγνωστο της επόμενης είδησης...


Αγαπημένε μου γείτονα,
δεν ξέρω αν ποτέ μπορέσεις να καταλάβεις τι είναι αυτό που κάνει το μυαλό μου να αποδρά από την ρουτίνα μου...
Ίσως όταν θα έρθει η ώρα να αναλογιστείς πόσο μικρή είναι η ζωή σου τότε να αναλογιστείς πόσο λάθος ήταν που άφησες όλες σου τις μικρές στιγμές να φύγουν μέσα από τα χέρια σου.
Ο αλήτης μηχανόβιος με την κοτσίδα

Η βαλίτσα μου

"Όλα όσα στη ζωή μου χρειαζόμαι χωράνε σε μια βαλίτσα. Δεν φοβάμαι, υπάρχει αρκετός χώρος για όλα αυτά που το αύριο θα φέρει...."

Άλλα επιμελώς τακτοποιημένα, άλλα τσαλακωμένα και ακατάστατα...Κάποια βρίσκονται στον πάτο της, όχι τυχαία....Κάποια άλλα τα ψηλιφίζω καθημερινά, όχι τυχαία...Υπάρχουν κάποια που φοβάμαι να τα αγγίξωέχουν πόνο, θλίψη, στεναχώρια, δυστυχία, μοναξιά, απόγνωση...τα θέλω μαζί μου...να τα βλέπω, να μου ξύνουν την πληγή, να μου θυμίζουν...Τα πολύχρωμα κουτάκια τα έχω πάνω πάνωεκεί φυλάω τα χαμόγελα, τις συγνώμες, τα ευχαριστώ...εκεί φυλάω τις ανάσες μου...τις ρουφάω κάθε μέρα, δεν τελειώνουν...παράξενο...

Όπου και να πάω δεν κλειδώνω την βαλίτσα μου,την αφήνω στην άκρη της μοτοσυκλέτας μουπεριπλανιέμαι σε όλα αυτά που η ακόρεστη ψυχή μου θέλει να γνωρίσει...αφήνω τη ματιά μου να χαθεί στο άγνωστο...παρακολουθώ την καρδιά μου να χάνεται πίσω από κάθε γωνιάκαι αφήνω το μυαλό μου να μας συγκεντρώσει στο τέλος της ημέρας,σε μια άκρη, για να δούμε τον ήλιο να χάνεται πίσω από ψηλές κορυφέςή πίσω από το μπλε της θάλασσας και το λευκό των κυμάτων...Τότε η βαλίτσα ανοίγει και όλα τοποθετούνται μέσα με ευλάβια..

Φίλοι, γνωστοί, άγνωστοι κατα καιρούς ανοίγουν την βαλίτσαΤους αφήνω, δεν αντιδρώΠεριεργάζονται με περιέργεια τα υπάρχοντά μουΚάποιοι ακουμπάνε με τα δαχτυλά τους τα πολύχρωμα κουτάκιακάποιοι άλλοι βάζοντας πιο βαθειά το χέρι ακουμπάνε αυτά που φοβάμαι...Τους αφήνω, δεν αντιδρώ....Κάποιοι, άθελά τους, τσαλακώνουν τα πολύχρωμα κουτάκιακάποιοι άλλοι ξύνουν με τα κοφτερά τους νύχια τα κουτιά του πάτου...Τους αφήνω, δεν αντιδρώ...μόνο όταν μένω μόνος τα παίρνω στα χέρια μου και τα ξαναφτιάχνω όπως ήταν..

Κάποιες φορές, λίγες είναι η αλήθεια, έχω παρατηρήσει κάποιους που στέκονται πάνω από την βαλίτσα για πολύ ώρα χωρίς να αντιδράνε. Δεν την ανοίγουν, δεν ακουμπάνε τα κουτάκια...Μόνο στέκονται από πάνω και κοιτάζουν...Ίσως τους θυμίζει κάτι που είχαν, κάτι που θα ήθελαν να έχουν, κάτι που αγάπησαν, κάτι που μίσησαν...

Σε κάθε μου στάση η βαλίτσα είναι λίγο πιο ταλαιπωρημένη, λίγο πιο ξεθωριασμένη...δεν θυμάμαι καν τι χρώμα είχε όταν άρχισα να βάζω μέσα της τα πολυτιμά μουαλλά τι σημασία έχει...κάθε φορά ένα καινούριο χρώμα καλύπτει το έξω της...Κόκκινο της ανατολής και της δύσης, γαλάζιο του ουρανού, μπλε της θάλασσας, πράσινο του δάσους...

Με συντροφεύει σε κάθε μου ταξίδι...Δεν είναι ακόμα ένα χρήσιμο αξεσουάρ, δεν είναι καν ένα αντικείμενοείναι κάτι πολύ παραπάνω, κάτι που αν προσπαθήσω με λέξεις να εξηγήσω ίσως κάνω κάποιο λάθος και δεν δώσω την σωστή διάσταση...Ίσως...να είναι ο ίδιος μου εαυτός...αυτα που κουβαλάει να είμαι εγώ...

"Μέσα της κουβαλώ όλα όσα αγαπώ, όλα όσα λατρεύω.Δεν πιάνουν χώρο.Σε μια γωνίτσα, σα κουβαράκι τυλιγμένα...."